:p :p :p... χά!

Παρασκευή, Ιανουαρίου 1

Η ρακοσυλλέκτρια



Χρυσόχαρτα , ζελατίνες από καραμέλες, μικρά χρωματιστά πετραδάκια, σπόρους, πασχαλίτσες, κοχύλια , όλα μέσα στην τσέπη της..
 Μια λουλουδένια τσέπη σε σχήμα καρδιάς μικρή όσο μικρή ήταν κι αυτή.. Μάζευε τα πάντα και το βράδυ απλώνοντάς τα δίπλα στο μαξιλάρι της τα κανάκευε , και τους μιλούσε , με το φώς ενός κεριού για να μην την πάρουν είδηση.
 Κι αυτά ανταποκρινόταν λέγοντας το καθένα  την δική του ιστορία για να την ευχαριστήσουν ..
τα χρυσόχαρτα και οι ζελατίνες γιατί δεν τα πέταξε,
τα χρωματιστά πετραδάκια γιατί δεν τα κλώτσησε,
 τα μικρά ζουζούνια που δεν τα σκότωσε
τα κοχύλια που δεν τα αγνόησε, οι σπόροι που τους μάζεψε...
(Τις πιο όμορφες ιστορίες , τις έλεγαν οι σπόροι ..)

Δεν πετούσε τίποτα ..Όταν μεγαλώσω έλεγε θα γίνω ρακοσυλλέκτρια ..
Θα μαζεύω ότι πετάνε οι άνθρωποι και θα μαθαίνω καινούργιες ιστορίες..

Ούτε τις παλιές χρονιές πετούσε.. Κάθε πρωτοχρονιά χωριζόταν σε δυό κομμάτια.. Το ένα της κομμάτι χαιρόταν για τον νέο χρόνο παρέα μαζί με όλους , και το άλλο έκλαιγε ολομόναχο για τον παλιό .. αφού κανένας δεν στεναχωριόταν για το φευγιό του ..
Μόλις μπόρεσε να σταθεί στα πόδια της και μπορούσε να τρέξει και να μιλήσει,  ένα βράδυ Πρωτοχρονιάς βλέποντας τον παλιό χρόνο με σκυμμένο το κεφάλι να φεύγει ολομόναχος μέσα στο κρύο , έτρεξε πίσω του και του φώναξε :
- Στάσου..
Ο Παλιός χρόνος κοντοστάθηκε μην πιστεύοντας στ αυτιά του ..θα είναι ο αέρας σκέφτηκε , ή της φαντασίας μου ότι κάποιος με θέλει..
- Σε θέλω εγώ.. γύρνα πίσω..
Τότε ο παλιός σοφός και δάσκαλος χρόνος χαμογέλασε και της απάντησε..
- Μα δεν έχω τίποτα πια να σου προσφέρω ..
- Έχω εγώ κάτι για σένα. Μια ζεστή γωνιά , ένα πιάτο με σούπα και ένα μαλακό κρεβάτι να κοιμάσαι..
Από τότε μέσα στην συλλογή από πεταγμένα πράγματα προστέθηκαν και οι παλιοί χρόνοι..
Καθένας τους την δίδασκε πράγματα ακατανόητα για τους γύρω της  , που κάθε τόσο της κολλούσαν παρατσούκλια.. και τα παρατσούκλια μαζί με τις κουβέντες που έκαναν αναμεταξύ τους γι αυτήν τα έπαιρνε ο αέρας και τα σκορπούσε σ όλη τη γή σ όλες τις θάλασσες ως και τον ουρανό ακόμα ..
Και όλη η γή και όλες οι θάλασσες ήθελαν να την προστατεύσουν , αλλά μόνο τα χρυσόχαρτα, οι ζελατίνες απ τις καραμέλες τα χρωματιστά πετραδάκια οι σπόροι , τα κοχύλια οι παλιοί χρόνοι και όσα άλλα μάζευε το κατάφεραν χτίζοντας ένα τείχος γύρο της μέσα στον οποίο αυτή έφτιαξε τον δικό της κόσμο..
Η αλήθεια είναι πως κι αυτός ο κόσμος είχε ότι και ο έξω..ακόμα και πίκρες και δυστυχία και πόνο.. Η διαφορά ήταν πως όλα αυτά τα αντιμετώπιζε μόνη κι αυτό της έδινε δύναμη..

 Μερικά βράδια που δεν είχε τίποτα μαζέψει μέσα στην τσέπη της ούτε κάν ένα ψίχουλο πριν πέσει για ύπνο έμπαινε στο δωμάτιο των παλιών χρόνων , κουλουριαζόταν στα πόδια τους και τους παρακαλούσε να της πουν μια ιστορία..
Τις είχε μάθει σχεδόν απέξω απ τις τόσες φορές που ζητούσε να τις της πουν..
 Και ο κάθε παλιός χρόνος , όπως δεν κουραζόταν ποτέ να απαντά σε ότι τον ρωτούσε έτσι δεν κουραζόταν και να την νανουρίζει με την ίδια ιστορία που του ζητούσε ξανά και ξανά ..

Μόνο από δύο χρόνους δεν είχε ζητήσει ποτέ το παραμικρό ..
Τους πιο γεροντότερους.. Τους αγαπούσε , τους σεβόταν ήταν οι καλύτεροί της δάσκαλοι αλλά ιστορία απ αυτούς δεν ήθελε να ακούσει..
Ήταν ο χρόνος 19τόσο και ο χρόνος 19κάτι ..
Κι αυτοί την συγχωρούσαν που δεν τους πλησίαζε αφού ήξεραν πως όσο δυνατός και αν κάποιος δεν παύει να είναι άνθρωπος..

Και όταν κάποτε τους ρώτησε ως μαθήτριά τους τι βαθμό θα της έβαζαν , και ο 19τόσο και ο 19κάτι απάντησαν με μια φωνή :
Αντοχή άριστα ,
Μνήμη λίαν καλώς
Συγχώρηση μηδέν
Δημοσίευση σχολίου